Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΝΤΡΟΠΗ.

Δεν υπάρχουν λόγια.

Απλά ντρέπομαι για λογαριασμό σου.

Για τους ψεύτικους φίλους έκανες τα πάντα... 

Για τον αδερφό σου;;;;;;;;;;;;;

Καλά να περνάς, αλλά μία λέξη υπάρχει πια για σένα. ΝΤΡΟΠΗ. 

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Γκάντι και Mr. Peters

Όταν ο Γκάντι μελετούσε νομικά στο Πανεπιστημίου τού Λονδίνου είχε έναν καθηγητή του οποίου το επίθετο ήταν Mr. Peters και ο...οποίος δεν τον συμπαθούσε καθόλου.

Κάποια μέρα, ο Mr. Peters κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού γεύματος του καθόταν στο εστιατόριο του Πανεπιστημίου όταν ο Γκάντι ήλθε, με τον δίσκο του και κάθισε δίπλα του.
Σοβαρά ενοχλημένος ο υπερόπτης καθηγητής είπε στον Γκάντι:

«Κύριε Γκάντι, δεν γνωρίζετε ότι ένα γουρούνι και ένα περιστέρι δεν κάθονται μαζί κατά τη διάρκεια τού φαγητού τους;» και ή απάντηση τού Γκάντι ήταν...

«Μην ενοχλείστε κ. καθηγητά, θα πετάξω παραπέρα» και λέγοντας αυτά πήγε και κάθισε σ' ένα άλλο τραπέζι.

Πράσινος από τα νεύρα του ο Mr. Peters θέλησε να πάρει την ρεβάνς στην επόμενες εξετάσεις, αλλά ο φοιτητής του απάντησε ορθότατα σε όλες τις ερωτήσεις του.

Τότε ο Mr. Peters του έθεσε την παρακάτω ερώτηση:
«Κύριε Γκάντι, τι θα κάνατε αν περπατώντας στον δρόμο βρίσκατε ένα πακέτο γεμάτο σοφία και ένα άλλο γεμάτο λεφτά; Ποιό από τα δύο θα παίρνατε;»

Χωρίς να πολυσκεφθεί ο Γκάντι τού απάντησε: «Σίγουρα το πακέτο με τα χρήματα.»
Τότε ο Mr. Peters μ' ένα χαμόγελο γεμάτο ειρωνεία του είπε: «Αν ήμουν στην θέση σας θα έπαιρνα αυτό με την σοφία, δεν νομίζετε;» και ο Γκάντι του απάντησε με απάθεια: «Ο καθένας παίρνει αυτό που τού λείπει.»

Ο Mr. Peters ήδη υστερικός από την απάντηση του φοιτητή του έγραψε στην κόλλα τού διαγωνίσματος, "Ηλίθιος" και την έδωσε στον Γκάντι.
Ο Γκάντι πήρε την κόλλα του διαγωνίσματος και κάθισε κάτω. Μερικά λεπτά αργότερα πάει στον καθηγητή του και τού λέει: «Mr. Peters, υπογράψατε το γραπτό μου, αλλά ξεχάσατε να το βαθμολογήσετε.»

Να σου πω μια ιστορία

“Ο άνθρωπος εκείνος είχε ταξιδέψει πολύ. Στη ζωή του είχε γυρίσει σε εκατοντάδες χώρες, αληθινές και φανταστικές…

Το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψή του στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Έφτασε τυχαία στα σύνορά της. Στoν δρόμο από την Αμπελοχώρα προς την Παραΐδα, υπήρχε μια μικρή παράκαμψη προς τη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Επειδή του άρεσαν οι εξερευνήσεις, πήρε εκείνο το δρόμο. Ο δρόμος ήταν όλο στροφές και κατέληγε σ’ ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι.

Στην πόρτα μια πινακίδα έγραφε:
ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ
ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ,
ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ. ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ,
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ ΤΟΥ.
ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΜΑΡΑ
Ή ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.

Ο άνθρωπος προχώρησε στον διάδρομο και στην τύχη, έστριψε πρώτα δεξιά. Ο νέος διάδρομος είχε μήκος καμιά πενηνταριά μέτρα και κατέληγε σε μια τεράστια πόρτα. Μόλις έκανε τα πρώτα βήματα, άρχισε να ακούει τα αχ-βαχ και τα βογκητά που έρχονταν απο το μαύρο δωμάτιο.

Για μια στιγμή, οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.

Γύρω απο ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν απο ένα κουτάλι που έφτανε ως στο κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας! Ο λόγος ήταν οτι τα κουτάλια τους είχαν διπλάσιο μέγεθος απο τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’αυτόν τον τρόπο, όλοι μπορούσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δε μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατάσταση ήταν τόσο απελπιστική και οι κραυγές τόσο σπαραξικάρδιες, που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από τη σάλα. Γύρισε στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’ αριστερά, προς τη λευκή αίθουσα. Ένας διάδρομος ίδιος με τον προηγούμενο κατέληγε σε μια παρόμοια πόρτα. Η μοναδική διαφορά ήταν ότι στον δρόμο δεν ακούγονταν ούτε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα, ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.

Εκατοντάδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο μ’ εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στο κέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι. Εκεί όμως κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στη πείνα, γιατί ο ένας τάιζε τον άλλον!"

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι 
(από: http://enfo.gr)

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Μητέρα...


Λένε πως ο Νίτσε, όταν έχασε τα λογικά του, έχασε και κάθε γλωσσική δυνατότητα, εκτός απο μία λέξη. Τη λέξη Μητέρα.

Τόσο βαθειά είναι χαραγμένη στην ανθρώπινη ψυχή η λέξη αυτή.

Είναι το πρώτο ψέλλισμα απο το βρεφικό στόμα και η στερνή απο τα ψυχορραγούντα χείλη.

Ο άνθρωπος γερνάει την ημέρα, που χάνει τη μητέρα του.

Πώλ Κλωντέλ...

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΔΡΟ


Η  εξαμελής  οικογένεια επιτέλους άρχισε να συνηθίζει την ξενιτειά, γιατί ξενιτειά ήταν εκείνα τα χρόνια η μετεγκατάσταση από το κέντρο στην περιφέρεια, μετά από μια οικονομική καταστροφή. Ο Ιπποκράτης έκανε τα ρεπό του οδηγού στο λεωφορείο του θειου του και με τα τέσσερα μεροκάματα τον μήνα, τις διανυκτερεύσεις  και το 75% των  Κυριακών, τα κουτσόφερναν βόλτα. Πλήρωναν το νοίκι της χαμοκέλας, τους λογαριασμούς κι είχανε και τα δυο κοριτσάκια τους χορτάτα. Ο Παύλος, το στερνοπούλι τους, τεσσάρων μηνών, βύζαινε ακόμα  Επίσης,  με τα δρομολόγια στα χωριά, ο πάτερ φαμίλιας, που ήταν και γλυκοαίματος και τον λάτρεψαν οι χωρικοί,  εξασφάλιζε με ελάχιστα χρήματα, πότε μερικά  αυγά, πότε κανένα κοτόπουλο ή φρούτο για τα παιδιά, ενώ κουβαλούσε με το ζεμπίλι και λίγα κούτσουρα που μάζευε στον δρόμο για τη σόμπα.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα  η κυρά Κωνσταντίνα είπε στην κόρη και τον γαμπρό της.
- Κάτι πρέπει να κάνουμε με Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Όλοι γύρω έχουν στολίσει, η μεγάλη - γύρω στα τέσσερα - με ρώτησε προχθές, γιατί εμείς δεν στολίσαμε ακόμη. Δεν πρέπει τα παιδιά να καταλάβουν την ανάγκη μας.
- Μην στεναχωριέσαι, την παραμονή έχω δρομολόγιο στο Παγγαίο, θα κόψω ένα κλαδί από κάποιο πεύκο.
Η Μάρω, η κόρη της, που πάντα έφερνε την καταστροφή, δεν είχε την "αρρωστημένη" αισιοδοξία της μάνας και του άντρα της, ρώτησε.
- Κι από στολίδια τι θα κάνουμε;
Η γιαγιά, - καθόλου γιαγιά στα πενήντα της - σηκώθηκε, πήγε ως το ντιβάνι που κοιμότανε, σήκωσε το στρώμα κι έβγαλε από κάτω μια στοίβα ασημόχαρτα από τα τσιγάρα του γαμπρού της, αλλά και χρυσόχαρτα από σοκολάτες. 
- Θα τα κόψουμε λεπτές κορδέλες, θα βάλουμε και τούφες βαμβάκι, αν βρεις φέρε και μερικά καρύδια, θα τα τυλίξουμε με το χρυσόχαρτο κι έτοιμο το δενδράκι μας.
- Μπράβο βρε μάνα, όλα τα σκέφτεσαι.
-Έτσι θα τα σκέφτεσαι κι εσύ, όταν φας τη ζωή με το πιρούνι. 
- Με το κουτάλι.
- Με το πιρούνι, ξέρω τι λέω -και γλιστράει σαν υδράργυρος πανάθεμά τη - με το κουτάλι είναι εύκολα.

Τα Χριστούγεννα του σωτηρίου έτους 1956 πέφτανε Τρίτη. Την Κυριακή η Καβάλα ξύπνησε μ΄έναν διαολεμένο χιονιά, που πάγωνε τις ψυχές των φτωχών και του Ιπποκράτη. Αν ανεβάλλετο το ταξίδι λόγω καιρού, όχι δένδρο δεν θα στόλιζαν, αλλά ούτε φαΐ θα έμπαινε στο τσουκάλι. Ευτυχώς από ρούχα δεν είχαν πρόβλημα, κρατούσε ακόμη μια χαρά το ζεστό καμηλό παλτό από τις εποχές των παχιών αγελάδων. Στις έξι, αφού έφαγε ψωμί με τσάι του βουνού και λίγες ελιές, τύλιξε στο κεφάλι και τον λαιμό το ζεστό κασκόλ πλεγμένο από τα χεράκια της γυναίκας του, το δώρο της στην επέτειο του γάμου τους κι έφυγε, ενώ οι γυναίκες τον σταύρωναν στην εξώπορτα.  

Πέρασαν τη μέρα οι δυο γυναίκες σχεδόν αμίλητες. Ευτυχώς είχαν αρκετά ξύλα για τη μασίνα κι η ζέστη τουλάχιστον δεν τους έλειπε. Η μικρή, ένα δίχρονο στρουμπουλό κοριτσάκι με φραντζούλα ως τα τεράστια καστανά ματάκια του, έντυνε και ξέντυνε την κουκλίτσα της με τα ρουχαλάκια που της έφτιαξε η γιαγιά της. Η μεγάλη, ξανθό αυτό, όλο τραβολογούσε την αδελφή της για να παίξουν κάποιο πιο ζωηρό παιχνίδι, χωρίς να βρίσκει όμως ανταπόκριση. Μόλις η πρωτότοκη το παράκανε παρενέβαινε η γιαγιά κι έβαζε τα πράγματα σε τάξη. "Ήσυχα, γιατί, ααα!" Έλεγε στη εγγόνα της φέρνοντας το χέρι σε γροθιά στο στόμα, και κουνώντας απειλητικά το κεφάλι. Παρ΄όλο που ποτέ κανείς από τους ενήλικες δεν σήκωσε χέρι επάνω στα κορίτσια, παραδόξως, έπιανε η απειλή.

Η νύχτα έπεφτε απειλητικά με τον βοριά να μαστιγώνει αλύπητα ότι έβρισκε στο διάβα του.  Η κυρά Κωνσταντίνα άναψε το καντήλι κι έκανε τον σταυρό της μπροστά στο εικόνισμα της κυρά Δέσποινας, μουρμουρίζοντας "Παναγιά μου φύλαγε τον γερό, όχι για μας, για τα βλαστάρια του"
Η Μάρω τάισε τα μωρά, ξινό Σαμιώτικο  τραχανά, που την έμαθε να κάνει μόνη της με σπασμένο στάρι βρασμένο στο  γάλα και αποξηραμένο στον ήλιο, ο κτηνοτρόφος πεθερός της, μα αδύνατον να τα πείσει να πέσουν για ύπνο. Ήταν και τα δυο αγκαλιασμένα δίπλα στη σόμπα με τα ματάκια τους στραμμένα στην εξώπορτα, προσμένοντας τον μπαμπά τους. Γύρω στις δώδεκα, απόκαμαν πια και τα κουβάλησαν αγκαλιά στο κρεβατάκι τους.

-Άντε κορίτσι μου, πάμε κι εμείς για ύπνο, δεν θα έρθει απόψε.
- Μα δεν είχε διανυκτέρευση! Από το Παγγαίο γυρνάνε αυθημερόν. Δεν υπάρχουν και ξενοδοχεία στα χωριά.
- Τους έκλεισε ο καιρός. Μην ανησυχείς, το κακό, Θεός φυλάξει, μαθαίνεται αμέσως Θα τους φιλοξενήσουν στην κοινότητα ή σε κάποιο σπίτι. 

Χαράματα Δευτέρας, Παραμονή πια,  ήταν και οι δυο γυναίκες στο πόδι, κρεμασμένες από τον σταθμό των ενόπλων δυνάμεων  και τα όσα ανέφερε κάθε τόσο για την κακοκαιρία που σάρωσε από άκρον εις άκρου την χώρα.
Το ραδιόφωνο ήταν η επαφή τους με τον έξω κόσμο και την πατρίδα που εγκατέλειψαν με όλα τους τα καλά, λόγω της οικονομικής καταστροφής. Παρά τον όγκο του, ένα τεράστιο λουστραρισμένο έπιπλο ίσαμε ένα μπόι ύψος και με πικάπ μαζί, δεν τους έκανε καρδιά να το αφήσουν πίσω. Η μικρή το φοβότανε λιγάκι, παρ΄ότι της εξήγησαν χίλιες φορές, πως δεν υπήρχε κανείς άνθρωπος κρυμμένος μέσα του κι ότι η φωνή ερχόταν από πολύ μακριά,  μέσα από τα σύρματα.
Προς το μεσημέρι η Μάρω δεν άντεξε.
- Μάνα, θα πεταχτώ μέχρι το πρακτορείο, να μάθω νέα.
- Ασε, θα πάω εγώ, θα περάσω κι από την εκκλησία στην κάτω γειτονιά, να μην δίνουμε δικαιώματα  στη δική μας, έμαθα θα μοιράσουν δέματα  στους απόρους. Αν δεν γυρίσει ο άντρας σου, μη μείνουν τα παιδιά χριστουγεννιάτικα νηστικά.

Γύρισε μετά από ώρες, παγωμένη, με μια κούτα που είχε μέσα, μια οκά λάδι, δυο πακέτα μακαρόνια, ένα ρύζι, τρία μεγάλα χωριάτικα λουκάνικα, ζάχαρη, καφέ, ένα καρβέλι ψωμί, αλεύρι, καμιά δεκαριά κουραμπιέδες, ένα κομμάτι βούτυρο, ξηρούς καρπούς  και ένα τεράστιο κόκκινο ρόδι.
- Έλα βόηθα, τρεις φορές κόντεψα να κουτρουβαλιαστώ στον πάγο! Κλειστήκανε στην Λεκάνη. Μάλλον θα κάνουν εκεί Χριστούγεννα, δύσκολα θ΄ανοίξει ο δρόμος.
- Γιαγιά που τα βρήκες όλα αυτά;
- Τα έστειλε ο μπαμπάς σας, έχει πολύ δουλειά και θα λείψει λίγες μέρες.
- Και πως τα έστειλε αφού ο δρόμος έχει χιόνια, ε;
- Εσύ να μην ρωτάς πολλά γλωσσού! Τ΄αγόρασε πριν ξεκινήσει το ταξίδι.

Η μεγάλη εγγονή, τραβήχτηκε θιγμένη στη γωνιά της, δίπλα στη μασίνα κι άρχισε να ξεμπλέκει τα ξανθά κοτσιδάκια της.
-Εγώ δεν θέλω πράγματα, θέλω τον μπαμπά μου, φώναξε χτυπώντας με δύναμη το δεξί πόδι στο ξύλινο πάτωμα. Τον μπαμπά μου, ακούς!
- Θέλω τον μπαμπά μου άρχισε να κλαψουρίζει κι η μικρή, σαν ηχώ της αδελφής της, οπότε κι η άλλη άφησε τις αξιοπρέπειες κι άρχισαν να κλαίνε με λυγμούς  και οι δυο, πρίμο σεκόντο.
- Μπα σε καλό σας, μην γρουσουζεύετε! Ο μπαμπάς σας θα έρθει και θα σας φέρει το πιο όμορφο χριστουγεννιάτικο δένδρο. Σας έχω πει εγώ ποτέ ψέματα; Άντε τώρα, πηγαίνετε κοντά στη μαμά σας να σας μάθει να κάνετε μελομακάρονα.
Πράγματι η Μάρω, για να απασχολήσει τα χέρια και το μυαλό της κι αφού υπήρχαν πια τα υλικά από τη δωρεά της εκκλησίας, έσπαζε τα καρύδια για να φτιάξει γλυκά.
Το μικρό πιο καλόβολο, έτρεξε κοντά στη μάνα του κι άρχισε να ξεδιαλύνει τον καρπό από τα τσόφλια, πάνω στο καρό μουσαμαδένιο τραπεζομάντιλο.
Η μεγάλη όμως τον χαβά της.
- Θέλω τον μπαμπά μου. Εγώ δεν θα κάνω γλυκά όταν μεγαλώσω, θα έχω υπηρέτρια.
- Καλά, έλα τότε να κρεμάσουμε το ρόδι στην πόρτα, για γούρι. Να μας φέρει ο Θεός και τον πατέρα σου και τόσα καλά όσα τα κόκκινα σπειριά του. 
Το κόλπο έπιασε, για λίγο.

Μετά ήρθε ο θείος ο Νίκος, ο αδελφός της άλλης γιαγιάς, πλούσιος και  καλός άνθρωπος, μα μπέρδευε την αλληλεγγύη με τη φιλανθρωπία και τους τα χάλαγε λιγάκι. Τι θα πει, ζήτα ανεψιέ ότι θες, ο σκοπός είναι να δίνεις χωρίς να τον βάζεις τον άλλον, έστω και συγγενή στη θέση του ζήτουλα. Σ΄αυτόν όμως χρωστούσαν τα λίγα έστω μεροκάματα, δικό του ήταν το λεωφορείο. 
Τις καθησύχασε, ο άνθρωπός τους κι ο εισπράκτορας θα κάνανε Χριστούγεννα στο κεφαλοχώρι, με όλα τους τα καλά και βέβαια όλες οι μέρες του αποκλεισμού θα πληρωνόταν με το παραπάνω. Τους έφερε και γύρω στη μιάμιση οκά χοιρινό, ένα κοτόπουλο, χριστόψωμο, κουραμπιέδες και από ένα ζευγάρι λουστρινένια παπούτσια για τις δευτερανηψιές του. Έσκυψε μάλιστα ο ίδιος, παρά την τεράστια κοιλιά του και τους τα φόρεσε. Μετά πήρε το μωρό στα χέρια, το έπαιξε, βούρκωσε για τον αδικοσκοτωμένο ανήψι του στον εμφύλιο που είχε τ΄όνομά του και το έντυσε άτσαλα με το καινούριο γαλάζιο φορμάκι που του έφερε. Φεύγοντας, άφησε πάνω στο τραπέζι δυο χαρτονομίσματα.
"Δώρο από τη θειά σου, κορίτσι μου, να πάρεις μόνη σου ότι θες, μέρες που είναι"
Τον κέρασαν καφέ, τον ευχαρίστησαν και τον ξεπροβόδισαν μετά από λίγο ως την αυλόπορτα.

Ύστερα  κλειστήκανε στο σπιτικό τους, τα μελομακάρονα μοσχοβολούσαν στο φουρνάκι της μασίνας, ο κούκος χτυπούσε βασανιστικά τις ώρες της Παραμονής που κυλούσαν αργά, ο εκφωνητής συνέχιζε ανάμεσα από τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια να ενημερώνει για τον πρωτοφανή χιονιά κι οι τέσσερεις τους είχαν κολλημένο το μυαλό στον μεγάλο απόντα.
Κατά τις δέκα  κι αφού η μαμά είχε εξηγήσει όλες τις απορίες των κοριτσιών για τη γέννηση του Χριστού, τα έβαλε για ύπνο, γύρω στις δώδεκα ξάπλωσαν κι οι μεγάλες.
Θα ήταν χαράματα, όταν ακούστηκε κλειδί στην πόρτα. Πετάχθηκαν κι οι δυο ορθές. Δεν είχαν συνηθίσει ακόμα τον ξένο τόπο.

Στην είσοδο ο Ιπποκράτης, ο άντρας του σπιτιού, χαμογελαστός, κοκαλωμένος από την παγωνιά, κρατούσε στην αγκαλιά του ένα τεράστιο κλαδί από πεύκο και είχε στην πλάτη του το συνηθισμένο ζεμπίλι με τα καυσόξυλα.
Χαρές, αγκαλιές, φιλιά, όλα χαμηλόφωνα, να μην ξυπνήσουν οι μικρές.
Κατέβηκε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο με αλυσίδες κι άδραξε κι εκείνος την ευκαιρία να γυρίσει στο σπίτι του. Ανήμερα, στις δύο  το μεσημέρι θα γύριζαν πίσω.
Κάθισαν κι οι τρεις μέσα στη νύχτα και στόλισαν ένα δένδρο όνειρο. με ασημόχαρτα, καρύδια τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο για μπάλες, τούφες από βαμβάκι παντού και στην κορφή ένα αστέρι από ζυμάρι που είχε ψήσει η μάνα νωρίτερα μαζί με τα γλυκά. Μέχρι και κεράκια είχε, από τις κομματιασμένες πασχαλιάτικες λαμπάδες τους

Κάτω από το δένδρο αντίκρισαν  τα κορίτσια μόλις ξύπνησαν, μια κουδουνίστρα για το μωρό, μια κουκλίτσα για τη μικρή κι ένα βιβλίο με ζωγραφιές για τη μεγάλη, που δεν τα πήγαινε και πολύ καλά με τις κούκλες. Τα είχε αγοράσει το απόγευμα η μάνα τους με τα λεφτά του θείου Νίκου. Υπήρχαν όμως και δυο μάλλινα μπορντό φορεματάκια που είχε φτιάξει η γιαγιά κρυφά στο χέρι, θυσιάζοντας το αγαπημένο της μαντό. Μα το πιο όμορφο δώρο, ήταν και για τις δυο η αγκαλιά του μπαμπά τους, μια αγκαλιά που έμενε διάπλατα ανοιχτή, τρυφερή, γενναιόδωρη και πάντα το ίδιο ζεστή, πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια και για τα τέσσερα παιδιά του. 
Εκείνα τα Χριστούγεννα ήταν για μένα από τα πλουσιότερα και ομορφότερα της ζωής μου. Κι είναι και τώρα με τις τόσες δυσκολίες που ζούμε, ένας φωτεινός, φάρος αισιοδοξίας κι ελπίδας, μακάρι και για σας.


από: Niki Vikou

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Πάθος για ζωή....


Πάθος για ζωή………
Πάντα στο όνειρο μας……….μεθυσμένος θα’μαι .
Την αγκαλιά σου πολύτιμο δώρο και το χάδι σου
πανάκριβο ρουμπίνι για την ψυχή μου.
Τα μάτια σου θα είναι οι ‘’ χούφτες ‘’ για την 
Θάλασσα που θέλω να καταπιώ .
Το χαμόγελο σου πολύχρωμο ηλιοβασίλεμα 
στα σπλάχνα μου .
Η αγάπη μας, το πάθος για ζωή .
Δεν ζητάω πολλά μονάκριβη μου .
Ζητάω αυτά που θέλω πάντα να σε δίνω
και οι πληγές μου , χάνονται πέρα στα δειλινά………

(...Δελιωνίτης..Θ...)....


Υ..Γ.....Από την ανέκδοτη συλλογή μου...'' ΤΑ ΚΟΥΡΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΗ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ '' .

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Πόρνη η Ρωμιοσύνη...

Δεν έχεις Όλυμπε θεούς, μηδέ λεβέντες Όσσα,
ραγιάδες έχεις μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχειά σου γλώσσα,των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι ...

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
και Μαμμωνάδες βάρβαροι,και χαύνοι λεβαντίνοι,
λύκοι ώ κοπάδια οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι κι οι χαροκόποι αδιάντροποι και πόρνη η Ρωμιοσύνη.

Κ.ΠΑΛΑΜΑΣ

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Πες τους ότι σ’ αγαπώ

Αν δεις τα υποβρύχια
Πες τους ότι σ’ αγαπώ
Αν μαζευτούν τα σύννεφα
Πες τους ότι σε λατρεύω
Αν η θύελλα λυσσασμένη ξεσπάσει πάνω στους βράχους
της ακτής
Πες της ότι είσαι ο πολύτιμός μου λίθος
Αν κάποιος κόκκος άμμου λάμπει μες στις χιλιάδες
κόκκους άμμου που έχει η ακρογιαλιά
Πες του ότι είσαι το ακριβό πετράδι που αγαπώ
Όταν θα δεις τον ταχυδρόμο
Πες του με πόση ανυπομονησία περιμένω τα γράμματά
σου..

~Γκιγιώμ Απολλιναίρ

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Δεν είναι φωτιά για να σε κάψει

Τον θεό δεν τον αγναντεύεις από ψηλά. 
Ούτε του κάνεις σινιάλο, υψώνοντας το λαιμό σαν κύκνος. 
Κάπου τον περιμένεις, στη γωνιά σου. 
Στη τρύπα σου. 
Σιγοτραγουδώντας… 
Δεν είναι φωτιά να σε κάψει. 
Δεν είναι αστροπελέκι. 
Ένας σπόρος μικρούλης είναι, που τον κρατάς στα δάκτυλά σου. 
Κι αν τον αγαπάς πολύ, μπορεί και ν’ ανθίσει στη χούφτα σου!

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

«Μην υπακούς, φτιάξε…..»

«Μην υπακούς, φτιάξε…..»

Βότσαλα «θυμού» πετούσε στη «θάλασσα», ξεχασμένος στο απέραντό της, ταξίδευε χωρίς να το θέλει παντού της, σκόρπιος….
Κλέφτρα η «θάλασσα», ξεμυαλίστρα, ούτε που το καταλάβαινες πως χάνεις τα μυαλά σου μαζί της…
…όλα τα είχε, κάθε μορφή ζωής έκρυβε μέσα της, μα πιο πολύ απ’όλα, μια αιώνια δροσιά, σαν άνοιγες…. αμέσως εκείνη με μιάς σε πότιζε, παίρνοντας όλες τις τοξίνες κάθε θλίψης… ξεπλένοντας τα κύτταρα, διώχνοντας τους καταγεγραμμένους χειμώνες από το αίμα, έτσι ανάσαινε η ψυχή κι άρχιζε τα τραγούδια….
…σαν ξεθύμανε, κάθισε εκεί ακριβώς που σκάει το κύμα, την κοιτούσε με απέραντη αγάπη, εκείνη χάρηκε, το ήξερε πως ήταν η ώρα του, να αλλάξει τρόπους σκέψης.

Αγάπη αυτός,

Αγάπη αυτή,

...έτσι είναι η "θάλασσα" με όποια μάτια την κοιτάξεις, με αυτά θα σου απαντήσει.."

Μίλα μου, του είπε,
«θέλω, να με αγαπούν, να με αποδέχονται γι’αυτό που είμαι, να με κοιτούν στα μάτια, να νοιάζονται για μένα…. μα πιο πολύ απ’όλα θέλω να μάθω πως ειρήνη να φτιάξω, να ζήσω, να δώσω, να πάρω…..»

«βάλε φωτιά στα παλιά…. 
μην ακολουθείς, δράσε, 
μην υπακούς, φτιάξε… 
έχεις γνώμη, πές την,
φρόντισε ότι από το χέρι σου περνάει…. όλοι έχουν να φροντίσουν….
και κυριότερα μη χαρίζεις την δύναμη σου, σε ότι δεν αξίζει….
δές γύρω σου, πάντα θα υπάρχουν αυτοί που δεν ξέρουν ν’αγαπούν, μα θα μάθουν με την σειρά τους, δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’αυτό, 
εκτός από το να μην τους αφήνεις να σε ΔΙΟΙΚΟΥΝ……» 

Πλυτά Λουκία 18-8-2013

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Δε σ' αγαπώ - Pablo Neruda

Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ' τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.
Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Η Αυλαία

«Η ζωή καμία φορά σε βάζει να παίξεις τραγωδία χωρίς καν
να έχεις επιλέξει το ρόλο.»

Δε πειράζει αν είμαι ο πρωταγωνιστής,
ή
ο φωτιστής.

Δε μετράει αν είμαι ο ηθοποιός,
ή
ο θεατής.

Δε διαφέρει αν είμαι ο κομπάρσος,
ή
ο ταξιθέτης.

Δεν έχει σημασία αν είμαι πάνω στη σκηνή,
ή
κάτω στην πλατέα!

Δεν έχει νόημα αν είμαι αυτός που χειροκροτεί
ή
που χειροκροτείται !

Η ουσία είναι ,
πως ,
μόλις τελειώσει η παράσταση,
θα είμαστε κι οι δύο ,
μόνοι.

Με την αυλαία,
να μας χωρίζει ,
στον αβυσσαλέο,
αιώνιο ,
κυκλώνα ,
των έρημων ψυχών…

«Η αυλαία μπορεί ν΄ ανοίξει …

και το δράμα να αρχίσει…»

Lurica Sklavounou

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Χαλίλ Γκιμπράν





Μπορείτε να δώσετε στα παιδιά σας την αγάπη σας, όχι όμως τις σκέψεις σας, γιατί έχουν τις δικές τους σκέψεις...
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, όχι όμως και την ψυχή τους, γιατί η ψυχή τους ζει στο σπίτι του αύριο που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε ούτε καν στα όνειρά σας...
Μπορείτε να πασχίσετε να τους μοιάσετε, μην προσπαθείτε όμως να τα κάνετε να σας μοιάσουν, γιατί η ζωή δεν πηγαίνει πίσω, ούτε μένει στο χθες.

~Χαλίλ Γκιμπράν
Στα μονοπάτια της ποίησης


Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Μαριονέτα..

Για εισαγωγή μουσική.
Επιβλητική.
Ρυθμικοί τυμπανισμοί.
Ένα πλήθος σκιών κάνει την εμφάνισή του.
Τα φώτα σβήνουν...

Στρατιωτικό παράγγελμα.
Προσοχή..Ανάπαυση..και πάλι Προσοχή.
Ακούγεται θόρυβος ... σηκώνεται σκόνη.
Εν ... Δύο ... Ένα ... Δυο.
Απομακρύνονται όλοι ... Σιωπή.

Απομένεις μόνος στην κεντρική σκηνή.
Μυρίζει ιδρώτας ... φόβος ...
Δεν μπορείς να σαλέψεις.
Σου ζητάνε να πάρεις μια απόφαση μα είναι αδύνατον.
Κάτι σε κρατάει μα δεν ξέρεις τι.

Σχοινιά πολύχρωμα πέφτουν απ' την οροφή.
Όλοι εντυπωσιάζονται.
Είναι αυτά που δίνουν έμφαση στις κινήσεις σου.
Προχωράς αριστερά-δεξιά χωρίς να το θες.
Ανοίγεις το στόμα σου μα δεν ακούγεσαι...
Δεν είναι ακόμα ώρα ...

Πέφτει η αυλαία...
Σιωπή..!

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Αγκαλιές που έγραψαν Ιστορία



Στοχασμοί που συνδέονται με θρύλους και αινίγματα
Στιγμιότυπα που συμμετέχουν σε πηγές έμπνευσης
Ακούσματα που στοιχειώνουν αφήνοντας σημάδια
Περιπλανήσεις που σημαδεύουν το παρόν και το μέλλον
Ψίθυροι που παραμένουν ανεξίτηλοι στα τοιχώματα της ψυχής
Μορφές που συντροφεύουν το βλέμμα συνεχόμενα
Κύματα που μπλέκονται στις τροχιές της θύμησης
Χάδια που αναπαράγονται στις νύχτες του νου
Αποτυπώματα που σφράγισαν τα μάτια του κορμιού

Αγκαλιές που έγραψαν Ιστορία

(c) Έμυ Τζωάννου

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΒΡΟΧΟΣ





Τώρα που σε εχω διαγράψει απο την καρδιά μου,
ξαναγυρνάς όλο και πιο πολύ επίμονα,
όλο και πιο πολυ τυραννικά.
Δεν έχουν έλεος τα μάτια σου για μένα,
δεν έχουν τρυφερότητα τα λόγια σου,
τα δάχτυλά σου έγιναν τώρα πιο σκληρά,
έγιναν πιο κατάλληλα για το λαιμό μου.


Νικηφόρος Βρεττάκος





Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

είμαι ένα πρόβλημα

Μέχρι πρόσφατα πίστευα ( ή προσποιόμουν ότι πίστευα)  πως έχω πολλά, πάρα πολλά προβλήματα. 
Μα ακριβώς το ρήμα "έχω" υποδηλώνει ότι αυτά είναι εξωτερικά ως προς την αληθινή φύση και επομένως είναι δυνατόν να (δια)λυθούν.
Σήμερα όμως έχοντας υποχρέωση στον εαυτό μου πρέπει να δω κατάματα την αλήθεια. Έχοντας διανύσει σχεδόν μισό αιώνα ζωής, σ΄αυτόν τον κόσμο πρέπει να κάνω ένα απολογισμό του βίου μου.
Και ο απολογισμός αυτός αποκαλύπτει ένα φοβερό μυστικό: δεν έχω προβλήματα, είμαι ένα πρόβλημα, ενσαρκώνω ένα πρόβλημα, αυτό της μοναξιάς, της αποξένωσης, της ανικανοποίησης.
Έτσι για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα κάποιος πρέπει να το λύσει. Αν όμως το πρόβλημα είναι ο ίδιος τότε πρέπει να απαλλαχθεί από αυτό μόνο καταστρέφοντας τον εαυτό του. Οπότε είτε κουβαλάς το σταυρό και υπομένεις μέχρι τέλος είτε τον αφήνεις να πέσει πάνω σου και να σε τσακίσει.

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Στης πίκρας τα ξερόνησα

Πού να `βρω τέσσερα σπαθιά
και μια λαμπάδα στη γροθιά
φωτιά να βάλω σήμερα
και να τον κάψω σίγουρα
τον κόσμο αυτό που αγάπησα
και μ’ άφησε και σάπισα

Στης πίκρας τα ξερόνησα
το δάκρυ μου κοινώνησα
και στης ζωής τη φυλακή
που δεν υπάρχει Κυριακή
ποτέ μου δε λησμόνησα
τη μοναξιά τη φόνισσα

Κι εσύ που ήρθες μια βραδιά
να μου ζεστάνεις την καρδιά
με πέταξες αλίμονο
στο μαύρο καταχείμωνο
με πρόδωσες και μ’ έφτυσες
ήσουν χαρά και ξέφτισες

Πού να `βρω τέσσερα κεριά
και στην ψυχή μου σιγουριά
φωτιά να βάλω γρήγορα
και να τον κάψω σήμερα
τον κόσμο αυτό που αγάπησα
και μ’ άφησε και σάπισα

και σάπισα, αγάπησα, αγάπησα, και σάπισα...
Νίκος Γκάτσος

https://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=6UmZGShePls

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα



Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να διαβάσουν το μυστικό σημείωμα που άφησε μέσα τους ο Θεός. Δεν είχαν το απαιτούμενο φως για να το διαβάσουν.

Και τ' άφησαν διπλωμένο να κιτρινίζει σε ένα κρυφό συρταράκι της ψυχής τους.
Είναι μερικοί άνθρωποι που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά, δεν ξέρουν πως τους ανήκει.
Και σαστίζουν. Τη φέρνουν από δω, τη γυρνάνε από κει, ώσπου ανοίγουν ένα λάκκο και τη θάβουν, όπως κάνουν με τα κόκαλα τα σκυλιά.
Είναι μερικοί άνθρωποι που πίστεψαν αλήθεια πως ο Θεός αγαπάει τους μουτρωμένους.
Χαρά σ' αυτούς που γέμισαν την ψυχή τους και διάβασαν τραγουδιστά το μυστικό τους σημειωματάκι.
Αν το 'σκισαν μετά, αν το 'καψαν, το έκαναν μόνο και μόνο για το κέφι τους. Για να κλείσουν μάτι στο Θεό.
Χαρά σ' αυτούς που πιάστηκαν στο δόλωμα της ζωής και σπαρτάρισαν μέσα στα δίχτυα της.
Αν τα τρύπησαν μια στιγμή και ξαναβγήκαν στο πέλαγος, το 'καναν μόνο και μόνο για να 'χουν τη χαρά να ξαναπιαστούν... 

~Αλκυόνη Παπαδάκη / Σαν χειμωνιάτικη λιακάδα

Καλοκαίρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία…

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι…

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι…

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα…

Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα…

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι…

Ελύτης
http://www.youtube.com/watch?v=1s1Z8i-e4hs